Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

- Διαφήμιση -

Λιγότερο δημόσιο χρέος ή περισσότερη ανάπτυξη? Δύο σχολές σκέψης για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας

Του Ηλία Πεντάζου *

- Διαφήμιση -

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά

Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Κ. Πιερρακάκης, υποστήριξε πρόσφατα οτι για κάθε ένα δις. ευρώ πρόοωρης αποπληρωμής δημοσίου χρέους, το Δημόσιο εξοικονομεί τόκους 30 εκατ. ευρώ ετησίως. Αρα, η προγραμματισμένη αποπληρωμή των 12,84 δισ. ευρώ εξοικονομεί  τόκους περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως και περίπου 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος επταετίας.

Δεν αμφισβητείται οτι οι θέσεις του είναι δημοσιονομικά σωστές και δεν υποτιμάται και η πρόοδος των τελευταίων χρόνων. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σχολή οικονομικής σκέψης, εξίσου συμβατή με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Είναι άραγε ύψιστη προτεραιότητα η πρόωρη αποπληρωμή του δημοσίου χρέους ή μήπως θα ήταν προτιμότερη η χρηματοδότηση επενδύσεων που θα αλλάξουν το παραγωγικό υπόβαθρο της χώρας?

Τι δημιουργεί μεγαλύτερη αξία στη χρήση ενός πρόσθετου δις. ευρώ? Μια πρόωρη αποπληρωμή ή η δημιουργία νέου παραγωγικού κεφαλαίου? Το κυρίαρχο οικονομικό ερώτημα δεν θα έπρεπε να είναι, πόσοι τόκοι εξοικονομούνται σε πρόωρες αποπληρωμές, αλλά τι μακροχρόνια απόδοση θα δημιουργούσε το ίδιο κεφάλαιο αν επενδυόταν παραγωγικά.

-- Διαφήμιση --

Παρατηρείται οτι η δημόσια συζήτηση έχει εγκλωβιστεί σε ενα ψευτοδίλημμα μεταξύ «αποπληρωμής του χρέους ή διανομής των χρημάτων στους πολίτες» και αποσιωπάται μια εμφανής, τρίτη επιλογή, του να επενδύσουμε στη παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Τι λέει ο κυβερνητικός σχεδιασμός? Οτι η πρόωρη αποπληρωμή εξοικονομεί περίπου 370 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 2,9% ετήσια απόδοση, η οποία είναι ασφαλής, όμως μια ώριμη δημόσια επένδυση μπορεί να δημιουργήσει, άμεσα ή έμμεσα, απόδοση σημαντικά μεγαλύτερη του 3% και αυτονόητα γίνεται καλύτερη χρήση των κεφαλαίων.

Είναι μονότονο να υπενθυμίζουμε οτι η χώρα «υποφέρει» απο χρόνιες διαρθρωτικές, παραγωγικές αδυναμίες που περιορίζουν το δυνητικό ΑΕΠ της. Εργα ύδρευσης, αντιπλημμυρικής προστασίας και κλιματικής ανθεκτικότητας, δεν απορροφούν επενδύσεις. Υστέρηση σε ενεργειακά δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας. Μη επάρκεια τεχνικού δυναμικού σε ενεργειακούς τεχνικούς, ηλεκτρολόγους, μηχανικούς, προγραμματιστές, ειδικούς αυτοματισμών, ενώ παράλληλα το εκπαιδευτικό σύστημα συνεχίζει να παράγει δεξιότητες, αναντίστοιχες με αυτές που απαιτεί η σύγχρονη οικονομία.

Η σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων στην έρευνα, καθυστερεί, και παράλληλα χωλαίνει η κρατική υποστήριξη στις ελληνικές επιχειρήσεις που καινοτομούν και πρέπει για εθνικούς λόγους να παραμείνουν στην Ελλάδα. Εθνική ανάγκη επίσης, για μετάβαση απο την ψηφιοποίηση της κρατικής γραφειοκρατίας στο επόμενο στάδιο της ψηφιοποίησης της παραγωγής και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Τέλος, επενδυτική ατολμία σε μαζικές επενδύσεις παραγωγικής κοινωνικής πολιτικής, όπως προσχολική αγωγή, επαγγελματική κατάρτιση, προληπτική υγεία, κοινωνική κατοικία και δομές φροντίδας που θα διευκόλυναν την είσοδο πολλών σημερινών μη απασχολούμενων όπως και γυναικών στην αγορά εργασίας.

Αν λοιπόν το ευρώ που χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή χρέους δημιουργεί απλώς μία συγκεκριμένη εξοικονόμηση τόκων, το ευρώ που επενδύεται σε ένα ενεργειακό δίκτυο, στη τεχνική εκπαίδευση, στη ψηφιοποίηση, στη καινοτομία και στη μόχλευση με ιδιωτικές επενδύσεις, μπορεί να δημιουργεί πρόσθετο, πολλαπλάσιο εισόδημα για χρόνια και να επιστρέφει μέρος της απόδοσής του στο Δημόσιο ως φορολογικά έσοδο.

Είναι προφανής λοιπόν η ουσιαστική οικονομική σύγκριση οτι τα παραπάνω δεν είναι «διανομή χρημάτων» αλλά επενδύσεις με προοπτική στο παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας.

Μην ξεχνάμε όμως και μια δεύτερη διάσταση που συχνά παραβλέπεται. Ο κρίσιμος δείκτης δεν είναι απλώς το Δημόσιο χρέος. Είναι ο λόγος: Χρέος / ΑΕΠ. Πως βελτιώνεται αυτό? Με δυο τρόπους. Ο πρώτος: αποπληρώνουμε χρέος (μείωση του αριθμητή). Ο δεύτερος: αυξάνουμε το ΑΕΠ (αύξηση του παρονομαστή).

Ο κ. Πιερρακάκης ορθώς υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια δεν μπορούν να μετατραπούν σε παροχές διότι υπόκεινται σε ευρωπαϊκούς περιοριστικούς κανόνες. Αυτό όμως δεν ακυρώνει το αρχικό οικονομικό ερώτημα.

Αντίθετα, μπορεί να ανοίξει για την Ελλάδα ενα χώρο διεκδίκησης σε επίπεδο ΕΕ, για μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο όταν πρόκειται για αυστηρά αξιολογημένες παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν το δυνητικό ΑΕΠ και μέσω αυτού ενισχύουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους.

Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά των δύο σχολών. Η θέση του Υπουργού υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να παραδώσουμε στις επόμενες γενεές το σημερινό χρέος. Σωστό. Η δεύτερη σχολή προσθέτει, ότι πέραν του μικρότερου χρέους δεν πρέπει να τους παραδώσουμε μια χώρα με ανεπαρκείς υποδομές, ξεπερασμένα δίκτυα, ελλείψεις δεξιοτήτων, χαμηλή παραγωγικότητα και περιορισμένη καινοτομία και τεχνολογία.

Η μείωση του χρέους αλλά και η διατήρηση ισχυρών ταμειακών αποθεμάτων, είναι αναμφισβήτητοι στόχοι. Όμως, η μακροχρόνια βιωσιμότητα της χώρας δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο γρήγορα μειώνει το χρέος της, αλλά και από το πόσο γρήγορα αυξάνει την παραγωγική της ικανότητα να το εξυπηρετεί.

* Ο Ηλίας Πεντάζος είναι Οικονομολόγος, τ. Γεν.Γραμ. Δημοσιονομικής Πολιτικής, Υπουργείου Οικονομικών

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -