Please ensure Javascript is enabled for purposes of website accessibility

- Διαφήμιση -

Η κληρονομιά των επετείων

Του Τάσου Σακελλαρόπουλου*

- Διαφήμιση -

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά

Στις ιστορικές κληρονομιές μας δεν υπήρχε μόνο η απαξίωση του «άλλου», ο φθόνος και ο διχασμός. Αντιθέτως, κάποια «διαμάντια» του ιστορικού παρελθόντος μεταφέρονταν μεν με επετειακό θόρυβο, με δημόσια φασαρία, αλλά στο βάθος τα κρατούσαμε ως νάματα προσπάθειας, αντοχής και αγάπης. Τα κρατούσαμε και τα κληρονομούσαμε σαν κεντρικά και αναμφισβήτητα παραδείγματα έντιμου και συλλογικού αγώνα. Ο,τι κριτική και να υφίσταντο από τις κατοπινές αποτιμήσεις, επιστημονικές και μη, οι επέτειοι εκείνες άντεχαν σαν να επρόκειτο για την απόδειξη μιας σπάνιας αρετής μας, που έστεκε ψηλά στο σύμπαν μας, σαν φως στις ψυχές μας. Σαν διαρκές παράδειγμα εμψύχωσης δηλαδή.

Οι λαϊκές διηγήσεις για την ημέρα της 28ης Οκτωβρίου 1940 και για την εξάμηνη εκστρατεία που ακολούθησε στα βουνά της Αλβανίας, δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Ο ενθουσιασμός ήταν όντως απερίγραπτος κατά την κήρυξη του πολέμου, η συνοδεία των επιστράτων από τα στρατόπεδα στο Γουδί έως τον σιδηροδρομικό σταθμό Λαρίσης ήταν πραγματικά πάνδημη.

Τα φιλιά των μανάδων, οι αγκαλιές των συζύγων και των αρραβωνιαστικών, των αδελφάδων, ήταν γεμάτα συγκίνηση, οικογενειακό και πατριωτικό πάθος. Τρελές ήταν, με τα σημερινά δεδομένα, οι γυναίκες εκείνες; Πήγαιναν γυρεύοντας να μείνουν χωρίς παιδιά ή χήρες; Απεναντίας. Συμμετείχαν σε κάτι κοινό, ενοποιητικό, επικίνδυνο και μαζί απαιτητικό και απαιτητό.

-- Διαφήμιση --

Παρά τις θυσίες, το ίδιο αισθάνονταν τότε και μετά, και όσοι και όσες βρέθηκαν στην παγωμένη απάνθρωπη απεραντοσύνη ώς την Κορυτσά και το Πόγραδετς ανατολικά, την Κλεισούρα και το Τεπελένι κεντρικά, τη Χειμάρρα δυτικά. Ήταν ένας ο παραδειγματικός θρίαμβος ψυχής που έκανε το θετικό παράδειγμα και όχι η χιλιομετρική διείσδυση στο έδαφος εκείθεν των συνόρων.

Ήταν μια κινητοποίηση παραδειγματική και υποδειγματική για μια κοινωνία κατακερματισμένη, της οποίας τα σπαράγματα δεν επικοινωνούσαν απρόσκοπτα μεταξύ τους. Ωστόσο συνδέθηκαν όλοι παρά τις διαφορές, πρόσφυγες και ντόπιοι, στρατευμένοι και μη, αστικοί πληθυσμοί και κάτοικοι μιας διαφοροποιημένης σε συνήθειες και νοοτροπίες υπαίθρου, φτωχοί και μικρονοικοκύρηδες, νεογεννημένες κοινωνικές ελίτ, δάσκαλοι, φοιτητές, υπάλληλοι, νεαροί αξιωματικοί, κορίτσια στην αγωνία τους για την προσπάθεια διαρραγής, μέσω εργασίας και σπουδών, του κοινωνικού περιορισμού της γυναίκας. Και κοντά σε αυτούς, ηλικιωμένοι με βαριές μνήμες της Ελλάδας του πολεμικού και διχαστικού αίματος των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Όλοι και όλες αγωνίστηκαν ενόπλως και αόπλως, στην προκάλυψη, στη γραμμή των πρόσω, στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, στις πόλεις και στα χωριά, για να γνωριστούν, να αισθανθούν ως κοινότητα, να συνδεθούν με το άυλο παράδειγμα της πατρίδας και με το υλικό παράδειγμα της σύνδεσης μεταξύ τους.

Καλώς ή κακώς οι γενιές μας στο παρελθόν, «έδιναν εξετάσεις» στις παλαιότερες γενιές. Αυτό το δύσκολο και συχνά άχαρο και άδικο πλαίσιο συχνά στραγγάλιζε τη νεωτερικότητα, αλλά από την άλλη μεριά, επέτρεπε τελικά στη διατήρηση ενός νήματος «από παλιά». Νήματος, που βεβαίως και ευτυχώς διαρκώς ετίθετο σε διορθωτική επαναδιαπραγμάτευση. Του νήματος, που παρά την αντίληψη πολλών διανοουμένων ως γραφικό, επέτρεπε να λειτουργεί το απαραίτητο αταξικό παράδειγμα συνθετικής επιτυχίας ανά γενεές. Ενα συναίσθημα ανανέωσης της κοινής μας συνείδησης-ψυχής.

Εκπλησσόμαστε λοιδορώντας όταν νεαροί και νεαρές μπερδεύουν ή και αγνοούν τη διαφορά των επετείων της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου. Τους φτιάξαμε έναν σύγχρονο κόσμο όπου οι επέτειοι κρίνονται περιττές. Ένα σύστημα προτεραιοτήτων που η οικονομική ανάπτυξη, ούσα το «άγιο δισκοπότηρο», προσπερνά τους φτωχούς σαν να τους χλευάζει όταν συγκινούνται με τα παιδιά τους στην παρέλαση. Μα οι επέτειοι στη δημόσια λειτουργία τους, κυρίως γαληνεύουν την αγωνία της καθημερινότητας των ανθρώπων του μόχθου που δεν τα βγάζουν πέρα. Φέρνουν στο σήμερα ένα επιτυχές παράδειγμα προγονικού αγώνα που φαντάζει δυνατή την επανάληψη του κοινού αλλά και του προσωπικού «καλού».

Δυσκολότερη με τα χρόνια η ανανέωση του κοινού μας παραδείγματος μέσω επετείων, αφού οι ελίτ μας, οι κοινωνοί ως όφειλαν του ενοποιητικού ηθικού παραδείγματος, δεν πείθουν για την ανιδιοτέλειά τους. Στην, έστω ασθενική, σύνδεσή μας με την κοινότητα του παρελθόντος, ήρθε η κατραπακιά του κορωνοϊού, που σαν πλήρης επιδημία παρέσυρε ακόμη και τα προσχήματα της όποιας εφικτής ηθικής σύνθεσης μεταξύ των γενεών. Ακόμη και μέσα στα ίδια μας τα σπίτια, μέσα στις οικογένειές μας, σαν να γνωριστήκαμε με τον κακό μας, στενό εαυτό, θυμώσαμε και την πλήρωσαν οι ρίζες μας.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -